Glossary of terms

Άβακας Το ανώτερο τμήμα ενός κιονοκράνου ή επικράνου, συνήθως τετράγωνου σχήματος, που μπορεί να είναι διακοσμημένο με κυμάτιο.
Αδιάγνωστα μέλη Θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών που δεν διαθέτουν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά γνωρίσματα για να ταξινομηθούν.
Αέτωμα Η τριγωνική επίστεψη των προσόψεων στις στενές πλευρές ενός ναού ή κτιρίου που βρίσκεται κάτω από την οροφή και πάνω από τον θριγκό.
Αναβαθμός/Βαθμίδα Καθεμιά από τις τρεις ή τέσσερις πλατιές βαθμίδες της κρηπίδας που περιέβαλλε τους αρχαίους ναούς ή βωμούς.
Ανάρτηση Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα της εξάρτησης ενός αρχιτεκτονικού μέλους από έναν μηχανισμό ανύψωσης ή της μόνιμης υποστήριξης του στην θέση τοποθέτησης.
Ανασυναρμολόγηση Η διαδικασία ανοικοδόμησης ενός κτιρίου με τα αρχιτεκτονικά μέλη που είχαν αφαιρεθεί στο πλαίσιο της συντήρησης και αποκατάστασής τους.
Αντίθημα ζωφόρου Λίθος που τοποθετείται πίσω από τον μετωπιαίο λίθο ζωφόρου και έχει το ίδιο μέγεθος με αυτόν.
Αντίθημα ορθοστάτη Λίθος που τοποθετείται πίσω από τον μετωπιαίο λίθο ορθοστάτη και έχει το ίδιο μέγεθος με αυτόν.
Αντίθημα τυμπάνου Λίθος που τοποθετείται πίσω από τον μετωπιαίο λίθο τυμπάνου και έχει το ίδιο μέγεθος με αυτόν.
Αντιστήριξη Η ενέργεια διατήρησης της θέσης ή της κατάστασης ενός τμήματος της τοιχοποιίας.
Ανώφλιο To οριζόντιο μέλος που τοποθετείται πάνω από το κενό μίας θύρας και φέρει το βάρος του τμήματος του τοίχου επάνω από αυτό.
Αποκατάσταση Η διαδικασία παρεμβάσεων σε ένα αρχιτεκτονικό μέλος ή δομή με σκοπό να προσεγγίσει την αρχική του κατάσταση ή μία κατάσταση σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή στην ιστορία.
Αποξήλωση Η απομάκρυνση ή η αφαίρεση αρχιτεκτονικών μελών από μία δομή.
Αποσυναρμολόγηση Η διαδικασία της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης αρχιτεκτονικών μελών ενός κτιρίου στο πλαίσιο των επεμβάσεων αποκατάστασης και συντήρησης.
Αποτύπωση Η τεκμηρίωση των ελέγχων και ερευνών που διενεργήθηκαν με σκοπό την απόκτηση μίας ολοκληρωμένης άποψης του χώρου και των μνημείων και την αξιολόγηση της κατάστασης.
Αρμός Το σημείο επαφής μεταξύ των δομικών στοιχείων.
Βαρούλκο Σταθερή μηχανή ανύψωσης αντικειμένων που διαθέτει ένα περιστρεφόμενο κύλινδρο γύρω από τον οποίο τυλίγεται ένα συρματόσχοινο, σκοινί ή αλυσίδα.
Βάση Συμπαγές δομικό στοιχείο στο κάτω μέρος αντικειμένου, οικοδομήματος ή αγάλματος πάνω στο οποίο ακουμπάει ή στηρίζεται το υπερκείμενο αρχιτεκτονικό μέλος.
Γαμμαγράφηση Τεχνική ενεργοποίησης των ατόμων ενός αντικειμένου, με την χρήση ακτινών γάμμα, για τον προσδιορισμό των χημικών του στοιχείων.
Γείσο Το προεξέχον αρχιτεκτονικό στοιχείο που στέφει τις άκρες ενός οικοδομήματος και ιδιαίτερα το ανώτατο τμήμα του θριγκού των ναών.
Γόμφος Ξύλινο ή μεταλλικό καρφί που χρησιμοποιείται για την κάθετη σύνδεση των αρχιτεκτονικών μελών.
Διαμόρφωση εκμαγείου Η διαδικασία δημιουργίας καλουπιού από ένα άγαλμα ή αντικείμενο με σκοπό την αναπαραγωγή του.
Διάτρηση Η διαδικασία δημιουργίας εντορμίας (υποδοχής συνδέσμου) σε έναν λίθο.
Δοκός Επίμηκες και ογκώδες μαρμάρινο, μεταλλικό ή ξύλινο στοιχείο που εκτείνεται ανάμεσα σε δύο τοίχους ή πλευρές ενός οικοδομήματος και χρησιμοποιείται για την στήριξη της οροφής.
Δοκός τιτανίου Διαμήκης μεταλλική δοκός από τιτάνιο που τοποθετείται για την ανάρτηση ή την ενίσχυση ενός αρχιτεκτονικού μέλους και ιδιαίτερα των μαρμάρινων δοκών της οροφής.
Δωρικός ρυθμός Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός που χαρακτηρίζεται από κίονες που στηρίζονται απευθείας στον στυλοβάτη, χωρίς την ύπαρξη βάσης, κιονόκρανα με καμπυλωτή ή κωνική περιφέρεια και ζωφόρο με εναλλαγές τριγλύφων και μετοπών.
Εγκάρσιος τοίχος Εσωτερικό τοίχωμα που τέμνει τους κύριους τοίχους ενός οικοδομήματος σε κάθετη γωνία.
Εγκιβωτισμός Η ενέργεια της τοποθέτησης σε κιβώτιο ενός αρχιτεκτονικού μέλους με σκοπό την προστασία ή την μεταφορά του.
Έλασμα Πεπλατυσμένο κομμάτι μετάλλου που χρησιμοποιείται για την σταθεροποίηση των αρμών μεταξύ των αρχιτεκτονικών μελών.
Εμπόλιο Μαρμάρινος, ξύλινος ή μεταλλικός γόμφος, που μπορεί να έχει τετράγωνη ή κυκλική διατομή, τοποθετημένος στο κέντρο του πλίνθου έδρασης ενός κίονα ή αγάλματος ή μεταξύ των σπονδύλων ενός κίονα με σκοπό να επιτευχθεί η πλήρης προσαρμογή των αρχιτεκτονικών μελών.
Εντορμία καμπάνας Μία τεχνητή κοιλότητα ή άνοιγμα σε ένα αρχιτεκτονικό μέλος με σκοπό την υποδοχή ενός λύκου που χρησιμοποιείται για την ανάρτηση του.
Εντορμία συνδετηρίων Τεχνητή κοιλότητα ή άνοιγμα σε ξύλο ή λίθο με σκοπό την υποδοχή συνδέσμου που χρησιμοποιείται για την οριζόντια σύνδεση των αρχιτεκτονικών μελών.
Επαετίς Υδρορροή που βρίσκεται στο κεκλιμένο γείσο του αετώματος των ναών ή των κτιρίων με σκοπό την συλλογή και απορροή του νερού της βροχής από την στέγη.
Επίθημα Αρχιτεκτονικό μέλος με σχήμα ανεστραμμένης κόλουρης πυραμίδας που τοποθετείται μεταξύ του άβακα του κιονοκράνου και του επιστυλίου.
Επικρανίτιδα Η ανώτατη στρώση ενός τοίχου που συνήθως φέρει διακοσμητικά στοιχεία.
Επίκρανο Το ανώτατο αρχιτεκτονικό μέλος ενός κίονα, πεσσού ή παραστάδας.
Επίστεψη Το ανώτατο τμήμα μίας κάθετης δομής (π.χ. τοίχου) που συνήθως προεξέχει από το υποκείμενο μέρος και φέρει διακοσμητικά στοιχεία.
Επιστύλιο Το χαμηλότερο από τα τρία κύρια μέρη του θριγκού, έχει την μορφή οριζόντιας δοκού, στηρίζεται στους άβακες των κιόνων ή των πεσσών και σχηματίζει ένα είδος ανωφλίου που καλύπτει το μεταξύ τους διάστημα.
Επίτοιχος θριγκός Θριγκός ο οποίος φέρεται επάνω σε τοίχο και τον διακοσμεί.
Ευθυντηρία Η ανώτερη και επομένως η πρώτη επίπεδη στρώση των θεμελίων, η οποία προβάλει από την επιφάνεια του εδάφους και στηρίζει τις βαθμίδες της κρηπίδας.
Ζωφόρος Το μεσαίο τμήμα του θριγκού που βρίσκεται πάνω από το επιστύλιο και κάτω από το γείσο.
Ημικίονας Κίονας εφαπτόμενος σε έναν τοίχο του οποίου προεξέχει, κατά προσέγγιση, η μισή διάμετρος.
Θράνος Δομικό στοιχείο που τοποθετείται κατά μήκος του ανώτατου τμήματος ενός τοίχου και στηρίζει τις οριζόντιες ή κεκλιμένες δοκούς της στέγης.
Θριγκός Μία περίτεχνη ανωδομή που στηρίζεται πάνω σε κίονες ή πεσσούς και διαιρείται οριζόντια σε επιστύλιο, ζωφόρο και γείσο.
Θύρωμα Ένα άνοιγμα που παρέχει πρόσβαση στον εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο ενός κτιρίου και συνήθως περιλαμβάνει μία πόρτα.
Ικριώματα Προσωρινή κλιμακωτή κατασκευή ή εξέδρα που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση εργασιών και την μεταφορά εργαλείων ή υλικών.
Ιωνικός ρυθμός Αρχιτεκτονικός ρυθμός που χαρακτηρίζεται από κιονόκρανα με έλικες, περίτεχνα σκαλισμένα κυμάτια και κίονες με βάσεις.
Κάλαθος Αποτελεί τον πυρήνα των κορινθιακών κιονοκράνων, έχει την μορφή ενός καλαθιού και μπορεί να φέρει σκαλιστή διακόσμηση.
Καρυάτιδα Αρχιτεκτονικό στοιχείο που λειτουργεί ως κίονας ή πεσσός για την στήριξη του θριγκού και έχει την μορφή νεαρής γυναίκας (Κόρης). Είναι ντυμένη με λιτούς, αλλά κολακευτικούς πέπλους και χιτώνες και το ένα της πόδι είναι ελαφρά μπροστά, χωρίς όμως να βρίσκεται σε κίνηση.
Καταέτιο Γείσο Το γείσο που ακολουθεί την κλίση του αετώματος.
Κατώφλιο Μακρόστενη πλάκα από πέτρα ή από ξύλο, που ενώνει τις πλαϊνές παραστάδες στο κάτω μέρος του ανοίγματος της πόρτας.
Κεράμωση Κεραμικές ή λίθινες πλάκες που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της στέγης.
Κίονας Κάθετο αρχιτεκτονικό μέλος κυκλικής διατομής που αποτελείται από βάση, κορμό και κιονόκρανο.
Κιονόκρανο Το ανώτερο μέλος ενός κίονα, η διακόσμηση του οποίου είναι χαρακτηριστική του αρχιτεκτονικού ρυθμού στον οποίο ανήκει.
Κιονοστοιχία Σειρά από κίονες που έχουν το ίδιο ύψος, απέχουν ίση απόσταση μεταξύ τους και δημιουργούν ένα αρχιτεκτονικό σύνολο
Κονίαμα Ημίρρευστο δομικό υλικό που τοποθετείται για να σχηματιστεί ένα σκληρό και στερεό σώμα. Το κονίαμα μπορεί να είναι μίγμα ασβέστη, γύψου ή τσιμέντου με άμμο και νερό. Χρησιμοποιείται για την πλήρωση των αρμών της τοιχοποιίας και για άλλους σκοπούς.
Κοπή μαρμάρου Η διαδικασία της κοπής ή διαίρεσης ενός μαρμάρου σε τμήματα με την χρήση εργαλείων.
Κορμός Το τμήμα ενός κίονα ή πεσσού μεταξύ της βάσης και του κιονοκράνου ή του επικράνου αντίστοιχα.
Κρηπίδα Η βαθμιδωτή βάση που αποτελεί το θεμέλιο ενός κτιρίου.
Κυμάτιο Διακοσμητικό στοιχείο διπλής καμπύλης που μοιάζει με κύμα.
Κωδικογράφηση Η απόδοση μίας συνεχούς σειράς αριθμών στα αρχιτεκτονικά μέλη ενός κτιρίου με σκοπό την καταγραφή τους.
Λιθόπλινθος Συμπαγές αρχιτεκτονικό μέλος από πέτρα ή μάρμαρο με επίπεδες επιφάνειες.
Λίθος πληρώσεως Λίθινο ή πλίνθινο τεμάχιο που χρησιμοποιείται για να καλύψει κενά ή απώλειες στην τοιχοποιία με σκοπό να ανακτήσει την αρχική της δομική επάρκεια.
Λάξευση Η ενέργεια της διαμόρφωσης, χάραξης ή διακόσμησης μαρμάρου ή άλλου υλικού με σκάλισμα χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως κοπίδια ή καλέμια.
Λύκος Μεταλλικός μηχανισμός αποτελούμενος από μία σφήνα απόλυτης εφαρμογής και χρησιμοποιείται για την ανύψωση των αρχιτεκτονικών μελών.
Μεταδόκια πλάκα Ορθογώνιο μαρμάρινο στοιχείο που τοποθετείται στο ανώτερο τμήμα του τοίχου ανάμεσα στα σημεία έδρασης των δοκών της οροφής
Μετακιόνιο Το διάστημα μεταξύ δύο κιόνων σε μία κιονοστοιχία, υπολογιζόμενο στο κατώτερο τμήμα τους.
Μολυβδοχόηση Μέθοδος προστασίας και εξασφάλισης της τοποθέτησης ενός γόμφου ή συνδέσμου με την έγχυση λιωμένου μολύβδου στην οπή υποδοχής του.
Οπαίον (Οροφή) Εσκεμμένο άνοιγμα ή ασυνέχεια στην οροφή.
Οπλισμός Η προσθήκη ενός δομικού στοιχείου σε ένα αρχιτεκτονικό μέλος ή κατασκευή με σκοπό την βελτίωση της αντοχής ή της ακαμψίας του.
Ορθοστάτης Οι ορθογώνιοι λιθόπλινθοι της χαμηλότερης σειράς του τοίχου που είναι μεγαλύτεροι στο μέγεθος από τους λίθους των υπερκείμενων σειρών.
Παράθυρο Άνοιγμα σε τοίχο κτιρίου για το φωτισμό, την ανανέωση του αέρα και τη θέα προς τα έξω.
Παραστάδα Αρχιτεκτονικό στοιχείο που προκύπτει από την πάχυνση των τοίχων στο σημείο που τέμνονται οι απολήξεις τους.
Παραστάτης Το κάθετο μέλος του πλαισίου μίας πόρτας, θυρώματος ή παραθύρου.
Πέδιλα γερανογέφυρας Οι βάσεις που στηρίζουν τις εναέριες ράγες της γερανογέφυρας και μεταβιβάζουν τα φορτία κατευθείαν στο έδαφος.
Περίδεση Η ενέργεια περίσφιξης ενός αρχιτεκτονικού μέλους με σκοινί, συρματόσχοινο ή κάτι ανάλογο με σκοπό την αποσυναρμολόγηση ή μεταφορά του.
Πεσσός Τετράγωνος ή ορθογώνιος στύλος.
Πλίνθος έδρασης Λίθος που χρησιμοποιείται ως βάση ή επιφάνεια επάνω στην οποία τοποθετείται ή ακουμπά ένα άλλο αρχιτεκτονικό μέλος ή άγαλμα, ενίοτε πρόκειται για την άνω επιφάνεια του υποκείμενου λίθου στον οποίο ακουμπά η κάτω επιφάνεια του υπερκείμενου.
Πρόσταση Ο στεγασμένος χώρος μπροστά από την είσοδο ενός ναού ή κτιρίου, ανοικτός από δύο ή περισσότερες πλευρές και λειτουργεί ως στέγαστρο για τους επισκέπτες.
Προσωρινή υποστήριξη Η διαδικασία προσωρινής υποστήριξης  μίας δομής ή τμήματος της σε υποστυλώματα.
Σηκός Το εσωτερικό, κυρίως τμήμα, ενός αρχαίου ελληνικού ναού που περικλείει με ενιαίο τοίχο τις επιμέρους αίθουσες, όπως τον προθάλαμο, το ιερό και το ταμείο.
Σημειοθέτηση Η τεχνική που χρησιμοποιείται από τους γλύπτες για την αναπαραγωγή πήλινου ή γύψινου προπλάσματος ή της αντιγραφής ενός ολοκληρωμένου έργου μέσα από μετρήσεις σημείων στην επιφάνεια του.
Σίμη Η υδρορροή που βρίσκεται δίπλα από τα κεραμίδια αποστράγγισης της στέγης ενός κτιρίου με σκοπό την συλλογή και απορροή του νερού της βροχής.
Σίμη επαετίς Η υδρορροή που βρίσκεται στο κεκλιμένο γείσο του αετώματος ενός ναού με σκοπό την συλλογή και απορροή του νερού της βροχής.
Σπόνδυλος Αρχιτεκτονικό μέλος κυλινδρικής διατομής που αποτελεί τμήμα του κορμού ενός κίονα.
Στερεοβάτης Το θεμέλιο ενός κτιρίου που εκτείνεται από την ανώτερη επιφάνεια της κρηπίδας μέχρι το έδαφος και λειτουργεί ως βάση της τοιχοποιίας.
Στρώση Μία σειρά λίθων που διατρέχει οριζόντια έναν τοίχο.
Στυλοβάτης Το ανώτατο τμήμα της κρηπίδας που λειτουργεί ως βάση της κιονοστοιχίας.
Συγκόλληση Η σύνδεση δύο ή περισσότερων τμημάτων ή θραυσμάτων ενός μέλους με ένα συνδετικό υλικό όπως κόλλα ή συμπαγή μεταλλικά στοιχεία για την δημιουργία ενός ενιαίου συνόλου.
Συμπλήρωση Προσθήκη υλικού σε ένα αρχιτεκτονικό μέλος για να διορθωθεί μία έλλειψη ή απώλεια.
Συναρμολόγηση Η σύνδεση μεμονωμένων τμημάτων για την δημιουργία ενός σύνθετου συνόλου.
Σύνδεσμος Μεταλλική κατασκευή που τοποθετείται σε οπές υποδοχής (εντορμίες) των λίθων και εξασφαλίζει την οριζόντια σύνδεση τους.
Σφράγιση Η ενέργεια της κάλυψης ενός αρμού ή ρωγμής με προστατευτικό υλικό επίχρισης.
Τοιχοβάτης Το ανώτατο τμήμα της κρηπίδας που λειτουργεί ως βάση των τοίχων.
Τύμπανο Το τριγωνικό κτιστό διάστημα που περικλείεται από το αέτωμα.
Υπέρθυρο Οριζόντιο αρχιτεκτονικό μέλος που καλύπτει το άνοιγμα ενός τοίχου και φέρει το βάρος του τμήματος του τοίχου επάνω από αυτό.
Φατνώματα Κοίλα μαρμάρινα μέλη, συνήθως τετράγωνα, που τοποθετούνται για την κάλυψη της οροφής.
Φατνωματική πλάκα Κοίλη μαρμάρινη πλάκα, συνήθως τετράγωνη, που τοποθετείται για την κάλυψη της οροφής.